Κεράσια, Βύσσινα Χίου
Τα Κεράσια και τα Βύσσινα της Χίου αποτελούν μέρους της συνολικής παραγωγής πυρηνόκαρπων του νησιού, μια καλλιέργεια που, αν και δεν είναι η κυρίαρχη σε έκταση, συμβάλλει στη γεωργική ποικιλομορφία, ειδικά σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές. Η Χίος είναι ευρύτερα γνωστή για τα εσπεριδοειδή της και τη μαστίχα, ωστόσο, η παρουσία της κερασιάς (Prunus avium - γλυκόκαρπος) και της βυσσινιάς (Prunus cerasus - ξυνόκαρπος) μαρτυρά την ικανότητα των τοπικών ποικιλιών να προσαρμόζονται σε ένα νησιωτικό, συχνά ξηροθερμικό, περιβάλλον. Οι καρποί τους, που ωριμάζουν κατά κύριο λόγο τους πρώτους καλοκαιρινούς μήνες, είναι περιζήτητοι τόσο για νωπή κατανάλωση όσο και για την παραδοσιακή μεταποίηση σε γλυκά του κουταλιού και μαρμελάδες, εντάσσοντας το προϊόν στον τοπικό γαστρονομικό πολιτισμό.
Τα Κεράσια και Βύσσινα της Χίου είναι ταυτοποιημένα με τις βοτανικές ονομασίες Prunus avium και Prunus cerasus αντίστοιχα, χωρίς να διαπιστώνεται κάποιο επίσημο συνώνυμο ή παραλλαγή ονόματος που να τους αποδίδεται τοπικά. Υπάρχει καταγεγραμμένη μία ντόπια ποικιλία κερασιάς που φέρει το όνομα "Χίου" σε πειραματικές αξιολογήσεις του Τμήματος Φυλλοβόλων Οπωροφόρων Δένδρων.
Η καλλιέργεια της κερασιάς και της βυσσινιάς στη Χίο εντοπίζεται κυρίως σε περιοχές με μετρίου υψομέτρου ή ορεινές ζώνες του νησιού, όπου οι κλιματικές συνθήκες (ειδικά οι απαιτούμενες ώρες ψύχους τον χειμώνα) είναι πιο ευνοϊκές σε σχέση με τις πεδινές περιοχές, όπως ο Κάμπος, που κυριαρχούν τα εσπεριδοειδή. Παρόλο που δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για την έκταση της καλλιέργειας ανά περιοχή στη Χίο, γενικά, οι κερασιές και οι βυσσινιές ευδοκιμούν καλύτερα σε εδάφη που χαρακτηρίζονται από άριστη στράγγιση αλλά ταυτόχρονα διατηρούν την απαραίτητη υγρασία, ιδανικά βαθιά αργιλοπηλώδη εδάφη με ουδέτερο έως ελαφρώς όξινο pH (περίπου 6.5−7.0), αποφεύγοντας τα ασβεστώδη, βαριά και κακώς αεριζόμενα εδάφη. Η νησιωτική τοποθεσία επιβάλλει την ανάγκη για προσεκτική διαχείριση της υγρασίας και άρδευση κατά τους ξηρούς καλοκαιρινούς μήνες, ειδικά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, όταν οι απαιτήσεις είναι αυξημένες λόγω των υψηλών θερμοκρασιών.
Η καλλιέργεια των πυρηνόκαρπων, όπως η κερασιά και η βυσσινιά, στη Χίο, ακολουθεί τις γενικές γεωπονικές πρακτικές, με προσαρμογές στο νησιωτικό περιβάλλον. Τα δέντρα απαιτούν σημαντικό αριθμό ωρών ψύχους κατά τον χειμώνα για τη διακοπή του λήθαργου των οφθαλμών, γεγονός που περιορίζει την επιτυχημένη καλλιέργεια σε πιο ψυχρές περιοχές του νησιού. Η επιλογή των υποκειμένων παίζει κρίσιμο ρόλο: παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν σπορόφυτα μαχαλεπιού (Prunus mahaleb L.) που ευδοκιμούν σε ξηρότερα, θερμότερα, ξηρά, χαλικώδη, φτωχά ή ακόμα και ασβεστώδη εδάφη, τα οποία συχνά απαντώνται στη χώρα μας. Στις σύγχρονες φυτεύσεις, όπου επιδιώκεται η πυκνή φύτευση και η γρήγορη καρποφορία, χρησιμοποιούνται κλωνικά υποκείμενα όπως τα Gisela ή CAB, τα οποία απαιτούν όμως πιο εύφορα, αρδευόμενα και καλά στραγγιζόμενα εδάφη.
Η άρδευση είναι απαραίτητη κατά την περίοδο της βλάστησης και της ωρίμανσης του καρπού, ξεκινώντας από νωρίς την άνοιξη και συνεχίζοντας μέχρι το φθινόπωρο. Η μεγαλύτερη ανάγκη σε νερό εμφανίζεται συνήθως τους θερμότερους μήνες, Ιούλιο-Αύγουστο, μια κρίσιμη περίοδος για τη διαμόρφωση του μεγέθους και της ποιότητας του καρπού. Η συγκομιδή των κερασιών και βύσσινων πραγματοποιείται συνήθως τον Ιούνιο, ο οποίος θεωρείται και ο μήνας των κερασιών, και γίνεται κυρίως με το χέρι, καθώς ο καρπός είναι ευαίσθητος. Μετά τη συγκομιδή, η μεταποίηση στη Χίο επικεντρώνεται παραδοσιακά στην παραγωγή γλυκού του κουταλιού και μαρμελάδων, που αποτελούν μέρος της τοπικής γαστρονομίας, ενώ ένα μέρος πωλείται και ως νωπό φρούτο στην τοπική αγορά.
Η καλλιέργεια κερασιών και βύσσινων στη Χίο, παρόλο που δεν κατέχει την εμπορική πρωτοκαθεδρία της μαστίχας ή των εσπεριδοειδών, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της αγροτικής ποικιλομορφίας και τη στήριξη των ορεινών/ημιορεινών κοινοτήτων του νησιού. Λειτουργεί ως μία συμπληρωματική πηγή εισοδήματος για μικρούς παραγωγούς και αγρότες σε περιοχές όπου οι κύριες καλλιέργειες, όπως η μαστίχα, δεν ευδοκιμούν. Η παραγωγή τους, τόσο νωπή όσο και μεταποιημένη σε γλυκά του κουταλιού, τροφοδοτεί την τοπική αγορά και συμβάλλει στην τοπική γαστρονομική ταυτότητα του νησιού, προσφέροντας εποχικά προϊόντα στους επισκέπτες και τους κατοίκους.
Η καλλιέργεια των πυρηνόκαρπων, συμπεριλαμβανομένων της κερασιάς και της βυσσινιάς, έχει μακρά ιστορία στην Ελλάδα, καθώς το βύσσινο (Prunus cerasus) πιστεύεται ότι κατάγεται από τη Μικρά Ασία και η κερασιά (Prunus avium) από την Ανατολική Ασία. Η γεωγραφική θέση της Χίου, κοντά στη Μικρά Ασία, καθιστά εύλογη την πρώιμη εισαγωγή και καλλιέργειά τους. Αν και η Χίος είναι ιστορικά ταυτισμένη με την καλλιέργεια της μαστίχας και των εσπεριδοειδών (ειδικά του μανταρινιού), η παρουσία της κερασιάς, ακόμα και με την καταγεγραμμένη τοπική ποικιλία "Χίου", υποδηλώνει μια παράδοση στην καλλιέργεια οπωροφόρων σε περιοχές που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των τοπικών νοικοκυριών για φρέσκα φρούτα και γλυκά. Το γλυκό του κουταλιού βύσσινο αποτελεί έναν διαχρονικό πολιτιστικό κώδικα φιλοξενίας στο νησί, καθώς και σε ολόκληρη την Ελλάδα, όπου ο καρπός μεταποιείται σε ένα κέρασμα που προσφέρεται παραδοσιακά στους επισκέπτες.
Η καλλιέργεια κερασιών και βύσσινων δεν συνοδεύεται από εκτεταμένα, ειδικά έθιμα στο βαθμό που συμβαίνει με τη μαστίχα ή τα εσπεριδοειδή της Χίου. Ωστόσο, η εποχικότητα του καρπού κατά τον Ιούνιο σηματοδοτεί την αρχή του καλοκαιριού και τη συγκομιδή των πρώτων γλυκών φρούτων. Η μετατροπή του καρπού σε γλυκό του κουταλιού και μαρμελάδα είναι μια βαθιά ριζωμένη παράδοση στα χιώτικα νοικοκυριά, όπου οι γυναίκες αναλάμβαναν την επεξεργασία του φρούτου για να διατηρηθεί καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου. Το βύσσινο ειδικότερα, χρησιμοποιούνταν για το γνωστό βυσσινάδα, ένα δροσερό σιρόπι που συνόδευε τα καλοκαιρινά απογεύματα. Αυτές οι πρακτικές αποτελούν άτυπα έθιμα διατήρησης και φιλοξενίας, αναπόσπαστο κομμάτι της αγροτικής και οικιακής κουλτούρας του νησιού.