Μπούκνες ή Αρκούνες Σάμου (ποικιλία σύκων)
Το σύκο αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και παραδοσιακά αγροτικά προϊόντα της Σάμου, με τη συκιά να είναι ένα δέντρο στενά συνδεδεμένο με την ιστορία και την αγροτική οικονομία του νησιού. Ειδικότερα, η ποικιλία "Μπουκνιά Σάμου" (και τα φρούτα: Μπούκνες ή Αρκούνες, όπως λέγονται στη Δυτική Σάμο), ξεχωρίζει ως μια τοπική, παραδοσιακή ποικιλία συκιάς που καλλιεργείται στο νησί. Η ποικιλία αυτή, όπως και άλλες τοπικές ποικιλίες της Ελλάδας, είναι προσαρμοσμένη στις ιδιαίτερες εδαφοκλιματικές συνθήκες του Βορείου Αιγαίου και προορίζεται κυρίως για νωπή κατανάλωση, αλλά και για αποξήρανση. Η καλλιέργεια της συκιάς στη Σάμο συμβάλλει στη διατήρηση της βιοποικιλότητας και αποτελεί μέρος της αγροτικής παραγωγής του νησιού.
Η ποικιλία συκιάς που καλλιεργείται στη Σάμο και είναι γνωστή ως "Μπουκνιά Σάμου" έχει χαρακτηριστικό επιμήκη κυλινδροκωνικό, λεπτόφλουδο καρπό μαύρου χρώματος. Έχει 2 καρποφορίες κάθε έτος. Καρπίζει την Άνοιξη και ξανά το καλοκαίρι, δίνοντας καρπούς μικρότερου μεγέθους (μπουκνάκια στην τοπική διάλεκτο). Σε κάποιες πηγές, αναφέρεται επίσης και το συνώνυμο "Αμπουρκούνες" ως μια χιώτικη παραδοσιακή ποικιλία, με τη "Μπουκνιά της Σάμου" να αναφέρεται ως ξεχωριστή τοπική ποικιλία. Πρόκειται για μια ελληνική παραδοσιακή ποικιλία, η οποία συμπεριλαμβάνεται στις κύριες ποικιλίες συκιάς που καλλιεργούνται στην Ελλάδα, μαζί με τα σύκα Καλαμών, Κύμης και Βασιλικά.
Η αναφορά της ποικιλίας "Μπουκνιά Σάμου" σε γεωπονικές και εμπορικές πηγές υπογραμμίζει την τοπική της ταυτότητα και την προσαρμογή της στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του νησιού.
Το κλίμα της Σάμου είναι μεσογειακό, χαρακτηριζόμενο από ήπιους, υγρούς χειμώνες και ξηρά, θερμά καλοκαίρια, με την παρουσία των καλοκαιρινών ανέμων να επηρεάζει τις καλλιεργητικές συνθήκες. Η συκιά ως δέντρο είναι εξαιρετικά ανθεκτική στην ξηρασία και δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε έδαφος, ευδοκιμώντας σε βαθιά, γόνιμα, καλά στραγγιζόμενα εδάφη, αν και ανέχεται και τα ασβεστώδη ή μετρίως αλκαλικά εδάφη. Τα βουνά της Σάμου, ιδιαίτερα ο Κέρκης (Κερκετέας) και η Άμπελος (Καρβούνης), δημιουργούν μικροκλίματα που διαφοροποιούν τις συνθήκες καλλιέργειας ανά περιοχή, αν και η Μπουκνιά Σάμου καλλιεργείται παραδοσιακά σε πεδινά/ ημιορεινά σημεία του νησιού. Η προσαρμογή της συγκεκριμένης ποικιλίας στο σαμιώτικο περιβάλλον είναι ένας από τους λόγους που διατηρείται ως ντόπια ποικιλία.
Η καλλιέργεια της τοπικής ποικιλίας Μπουκνιά Σάμου, στο πλαίσιο των αγροτικών προϊόντων, ακολουθεί παραδοσιακές πρακτικές ενταγμένες στο μεσογειακό μοντέλο. Η συκιά είναι ένα ανθεκτικό δέντρο με μικρές καλλιεργητικές απαιτήσεις σε σχέση με άλλα οπωροφόρα, ειδικά ως προς το νερό και τη λίπανση.
Οι εδαφοκλιματικές συνθήκες του νησιού επιτρέπουν την ευδοκίμηση του δέντρου χωρίς απαιτήσεις, καθώς η συκιά έχει ισχυρό ριζικό σύστημα που αντέχει στην ξηρασία. Παραδοσιακά εκτός από το κλάδεμα, δεν δέχεται καμία άλλη καλλιεργητική φροντίδα. Συνήθως φυτεύεται σε άκρες των αγροκτημάτων σε χαλικώδες και άγονο έδαφος και καταφέρνει να επιβιώνει και να καρποφορεί κάθε έτος. Η μόνη φροντίδα του παραγωγού είναι η συχνή συγκομιδή των ώριμων καρπών, που γίνεται σταδιακά (μόλις εμφανίσουν ένα λεπτό σχίσιμο στον λεπτό φλοιό) καθώς και να προστατεύει τους καρπούς από τα πουλιά (κατά την ωρίμανση) τοποθετώντας σκιάχτρα.
Οι καρποί της Μπουκνιάς ως επί το πλείστον καταναλώνονται νωποί και σπανιότερα μεταποιούνται για μαρμελάδα ή αποξήρανση. Για την αποξήρανση, τα σύκα απλώνονται σε ειδικά ταψιά ή ψάθινα καλάθια και εκτίθενται στον ήλιο για περίπου 10 ημέρες, σκεπασμένα συνήθως με τούλι για προστασία. Αυτή η διαδικασία απομακρύνει την υγρασία και προσδίδει την χαρακτηριστική ελαστικότητα και σκληρότητα του ξηρού σύκου, ενώ διατηρεί τη φυσική γλυκύτητα.
Η διατήρηση της τοπικής ποικιλίας Μπουκνιά Σάμου, έχει σημαντικό αντίκτυπο στην διατήρηση της βιοποικιλότητας και δευτερεύοντα στην αγροτική οικονομία του νησιού. Ο οικονομικός αντίκτυπος προέρχεται από την παραγωγή νωπών σύκων για την τοπική αγορά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, καθώς και από την παραγωγή αποξηραμένων σύκων. Η παραγωγή αυτή συμπληρώνει το αγροτικό εισόδημα, ειδικά σε οικοτεχνίες και μικρούς παραγωγούς.
Σε επίπεδο διατήρησης της βιοποικιλότητας και του τοπίου, η συκιά αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του σαμιώτικου περιβολιού και του αγροτικού τοπίου. Η διατήρηση της Μπουκνιάς διασφαλίζει τη γενετική ταυτότητα και την προσαρμοστικότητα των καλλιεργειών στις τοπικές συνθήκες. Επιπλέον, το σύκο αποτελεί ένα προϊόν που ενισχύει την τουριστική ταυτότητα του νησιού, προσφέροντας στους επισκέπτες μια αυθεντική γαστρονομική εμπειρία και συμβάλλοντας στην προώθηση των τοπικών προϊόντων.
Η συκιά (Ficus carica) είναι ένα από τα αρχαιότερα καλλιεργούμενα δέντρα στον κόσμο και η παρουσία της στο νησί της Σάμου, ως τμήμα της μεσογειακής χλωρίδας, είναι βαθιά ριζωμένη στην ιστορία της περιοχής. Στην αρχαία Ελλάδα, τα σύκα (τα ισχάδια όταν ήταν ξηρά) είχαν μεγάλη διατροφική και πολιτιστική αξία, και η Σάμος, ως νησί του Ανατολικού Αιγαίου, είχε πάντοτε στενές σχέσεις με την αγροτική παραγωγή και το εμπόριο.
Η ποικιλία Μπούκνες ή Αρκούνες αντιπροσωπεύει τη γενετική κληρονομιά της σαμιώτικης γεωργίας. Η διατήρηση τέτοιων τοπικών ποικιλιών είναι αποτέλεσμα της επιλογής των αγροτών μέσα στους αιώνες, οι οποίοι τις διαφύλαξαν για την προσαρμογή τους, τη γεύση τους και την καταλληλότητά τους για νωπή κατανάλωση. Η συκιά δεν ήταν απλώς ένα εμπορικό προϊόν, αλλά ένα δέντρο που βρισκόταν σε κάθε αυλή και περιβόλι, παρέχοντας σκιά, τροφή και πρώτη ύλη για γλυκίσματα, συνδέοντας έτσι το παρόν με την αγροτική παράδοση των προγόνων.
Η συκιά στη Σάμο, όπως και σε πολλά νησιά του Αιγαίου, συνδέεται με την καλοκαιρινή και φθινοπωρινή συγκομιδή, η οποία αποτελεί παραδοσιακά μια κοινοτική ή οικογενειακή δραστηριότητα. Η συγκομιδή και η διαδικασία της αποξήρανσης στον ήλιο είναι ένα παραδοσιακό έθιμο που σηματοδοτεί το τέλος του καλοκαιριού. Τα αποξηραμένα σύκα αποθηκεύονταν παραδοσιακά ως αποθήκη ενέργειας για τον χειμώνα, ιδιαίτερα σε περιόδους νηστείας ή σε δύσκολες εποχές.
Ένα άτυπο έθιμο είναι η προσφορά φρέσκων ή ξηρών σύκων στους επισκέπτες, ως ένδειξη φιλοξενίας και ως χαρακτηριστικό έδεσμα του σαμιώτικου τραπεζιού. Η γλυκύτητα του σύκου, σε συνδυασμό με ξηρούς καρπούς, αποτελούσε συχνά το παραδοσιακό "γλύκισμα" ή "βιταμίνη" των αγροτών κατά τη διάρκεια της σκληρής δουλειάς στα χωράφια.